Греческий словарь
с грамматикой

αντιστάτης

[andiˈstatis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
человек, оказывающий сопротивление; противник
person who resists or opposes; opponent · αντιστάτης στη δικτατορία — противник диктатуры

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αντιστάτης
вин.
τον αντιστάτη
род.
του αντιστάτη
зват.
αντιστάτη
Мн. ч.
им.
οι αντιστάτες
вин.
τους αντιστάτες
род.
των αντιστατών
зват.
αντιστάτες

Примеры

Ο αντιστάτης αρνήθηκε να υπακούσει τις διαταγές.
Противник отказался повиноваться приказам. · The resister refused to obey the orders.
Πολλοί αντιστάτες διωκόταν κατά τη δικτατορία.
Много противников преследовались во время диктатуры. · Many resisters were persecuted during the dictatorship.
Οι αντιστάτες του καθεστώτος ήταν ήρωες.
Противники режима были героями. · The opponents of the regime were heroes.