Греческий словарь
с грамматикой

αντιπροσωπεύω

[ˌandiprosopévo]глаголB1

Значения

1
представлять (кого-л.), быть представителем
represent, act as a representative for · αντιπροσωπεύω τη χώρα — представляю страну
2
воплощать, служить символом
symbolize, embody, stand for · αντιπροσωπεύει την ελευθερία — воплощает свободу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιπροσωπεύω
εσύ
αντιπροσωπεύεις
αυτός
αντιπροσωπεύει
εμείς
αντιπροσωπεύουμε
εσείς
αντιπροσωπεύετε
αυτοί
αντιπροσωπεύουν
Аорист
εγώ
αντιπροσώπευσα
εσύ
αντιπροσώπευσες
αυτός
αντιπροσώπευσε
εμείς
αντιπροσωπεύσαμε
εσείς
αντιπροσωπεύσατε
αυτοί
αντιπροσώπευσαν
Будущее
εγώ
θα αντιπροσωπεύω
εσύ
θα αντιπροσωπεύεις
αυτός
θα αντιπροσωπεύει
εμείς
θα αντιπροσωπεύουμε
εσείς
θα αντιπροσωπεύετε
αυτοί
θα αντιπροσωπεύουν

Примеры

Ο δικηγόρος μας αντιπροσωπεύει στο δικαστήριο.
Наш адвокат представляет нас в суде. · Our lawyer represents us in court.
Αυτός ο καλλιτέχνης αντιπροσωπεύει το σύγχρονο ελληνικό κινημα.
Этот художник воплощает современное греческое движение. · This artist embodies the contemporary Greek movement.
Η Ελλάδα αντιπροσωπεύτηκε στη Διάσκεψη από τρεις υπουργούς.
Греция была представлена на Конференции тремя министрами. · Greece was represented at the Conference by three ministers.
Στις εκλογές, αντιπροσωπεύουμε τις απόψεις του κόσμου.
На выборах мы представляем мнение людей. · In elections, we represent the views of the people.