Греческий словарь
с грамматикой

αντιπροσωπευτικός

[andi̱prosopeːftikós]прилагательноеB2

Значения

1
представительный, типичный, характерный
representative, typical, characteristic · δείγμα αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού — выборка, типичная для населения
2
представительный (относящийся к представительству, делегированию)
representative (pertaining to delegation or representation) · δημοκρατία αντιπροσωπευτική — представительная демократия

Грамматика

мужской род
им.
αντιπροσωπευτικός
вин.
αντιπροσωπευτικό
род.
αντιπροσωπευτικού
зват.
αντιπροσωπευτικέ
женский род
им.
αντιπροσωπευτική
вин.
αντιπροσωπευτική
род.
αντιπροσωπευτικής
зват.
αντιπροσωπευτική
средний род
им.
αντιπροσωπευτικό
вин.
αντιπροσωπευτικό
род.
αντιπροσωπευτικού
зват.
αντιπροσωπευτικό

Примеры

Το δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό της όλης ομάδας.
Выборка репрезентативна для всей группы. · The sample is representative of the entire group.
Η αντιπροσωπευτική κυβέρνηση κυβερνά για λογαριασμό του λαού.
Представительное правительство правит от имени народа. · Representative government rules on behalf of the people.
Αυτά τα έργα είναι αντιπροσωπευτικά της εποχής του καλλιτέχνη.
Эти произведения типичны для эпохи художника. · These works are characteristic of the artist's era.