Греческий словарь
с грамматикой

αντιπροσωπεία

[ˌɑndidrosoˈpi.ɑ]существительноеη · женский родB1

Значения

1
представительство, представитель
representation, representative office · η αντιπροσωπεία της χώρας — представительство страны
2
делегация, группа представителей
delegation, group of representatives · μια αντιπροσωπεία από την εταιρεία — делегация от компании

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αντιπροσωπεία
вин.
την αντιπροσωπεία
род.
της αντιπροσωπείας
зват.
αντιπροσωπεία
Мн. ч.
им.
οι αντιπροσωπείες
вин.
τις αντιπροσωπείες
род.
των αντιπροσωπειών
зват.
αντιπροσωπείες

Примеры

Η αντιπροσωπεία της Ελλάδας συμμετείχε στη σύσκεψη.
Представительство Греции участвовало в совещании. · Greece's delegation participated in the meeting.
Χθες ήρθε μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλονίκη.
Вчера приехала делегация из Салоник. · Yesterday a delegation arrived from Thessaloniki.
Ανοίξαμε αντιπροσωπείες σε τρεις χώρες.
Мы открыли представительства в трёх странах. · We opened representative offices in three countries.