Греческий словарь
с грамматикой

αντιπλοίαρχος

[ˌandiploˈarχos]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
помощник командира корабля, первый помощник капитана
first officer, deputy captain of a ship · ο αντιπλοίαρχος του πλοίου — первый помощник корабля

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αντιπλοίαρχος
вин.
τον αντιπλοίαρχο
род.
του αντιπλοιάρχου
зват.
αντιπλοίαρχε
Мн. ч.
им.
οι αντιπλοίαρχοι
вин.
τους αντιπλοιάρχους
род.
των αντιπλοιάρχων
зват.
αντιπλοίαρχοι

Примеры

Ο αντιπλοίαρχος ανέλαβε το δWatch κατά τη νύχτα.
Первый помощник взял вахту на ночь. · The first officer took the watch for the night.
Ο κυβερνήτης και ο αντιπλοίαρχος συζήτησαν την πορεία.
Капитан и первый помощник обсудили курс. · The captain and first officer discussed the course.
Των αντιπλοιάρχων η εμπειρία είναι πολύτιμη για το πλήρωμα.
Опыт первых помощников ценен для экипажа. · The experience of first officers is valuable to the crew.