Греческий словарь
с грамматикой

αντιπαράθεση

[ˌandipaˈraθesi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
противопоставление, контраст
juxtaposition, contrast · η αντιπαράθεση των δύο απόψεων — противопоставление двух точек зрения
2
противостояние, конфликт
confrontation, conflict · η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών — противостояние между двумя странами

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αντιπαράθεση
вин.
την αντιπαράθεση
род.
της αντιπαράθεσης
зват.
αντιπαράθεση
Мн. ч.
им.
οι αντιπαραθέσεις
вин.
τις αντιπαραθέσεις
род.
των αντιπαραθέσεων
зват.
αντιπαραθέσεις

Примеры

Η αντιπαράθεση των δύο θεωριών ήταν πολύ διαφωτιστική.
Противопоставление двух теорий было очень поучительно. · The juxtaposition of the two theories was very enlightening.
Στο κείμενο υπάρχει μια έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στο παλιό και το νέο.
В тексте присутствует острый контраст между старым и новым. · In the text there is a sharp contrast between old and new.
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων δημιουργούν μια δύσκολη κατάσταση.
Противостояния между двумя партиями создают сложную ситуацию. · The confrontations between the two parties create a difficult situation.