αντιπαλότητα
[adipalˈoita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
противоборство, противостояние, соперничество
antagonism, opposition, rivalry · η αντιπαλότητα μεταξύ δύο δυνάμεων — противоборство между двумя силами
2
враждебность, враждебное отношение
hostility, enmity · αισθάνεται αντιπαλότητα από τον αντίπαλό του — чувствует враждебность со стороны своего противника
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αντιπαλότητα
вин.
την αντιπαλότητα
род.
της αντιπαλότητας
зват.
αντιπαλότητα
Мн. ч.
им.
οι αντιπαλότητες
вин.
τις αντιπαλότητες
род.
των αντιπαλοτήτων
зват.
αντιπαλότητες
Примеры
Η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο κομμάτων ήταν προφανής.
Противоборство между двумя партиями было очевидным. · The antagonism between the two parties was obvious.
Παρά την αντιπαλότητα, συμφώνησαν σε ορισμένα θέματα.
Несмотря на противостояние, они согласились по некоторым вопросам. · Despite their opposition, they agreed on certain issues.
Οι αντιπαλότητες που υπήρχαν ανάμεσα στις δυνάμεις ήταν αβάσταχτες.
Враждебность, которая существовала между силами, была невыносима. · The hostilities that existed between the forces were unbearable.