Греческий словарь
с грамматикой

αντιπαλεύω

[andipaˈlevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
бороться, сражаться (против врага, противника)
fight, struggle (against an enemy, opponent) · αντιπαλεύω κατά του εχθρού — бороться против врага
2
противостоять, оказывать сопротивление
resist, oppose, stand against · αντιπαλεύω στην άδικη απόφαση — противостоять несправедливому решению

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιπαλεύω
εσύ
αντιπαλεύεις
αυτός
αντιπαλεύει
εμείς
αντιπαλεύουμε
εσείς
αντιπαλεύετε
αυτοί
αντιπαλεύουν
Аорист
εγώ
αντιπάλευσα
εσύ
αντιπάλευσες
αυτός
αντιπάλευσε
εμείς
αντιπαλέψαμε
εσείς
αντιπαλέψατε
αυτοί
αντιπάλευσαν
Будущее
εγώ
θα αντιπαλεύσω
εσύ
θα αντιπαλεύσεις
αυτός
θα αντιπαλεύσει
εμείς
θα αντιπαλεύσουμε
εσείς
θα αντιπαλεύσετε
αυτοί
θα αντιπαλεύσουν

Примеры

Οι στρατιώτες αντιπάλευαν με σθένος κατά των εισβολέων.
Солдаты отважно сражались против захватчиков. · The soldiers fought valiantly against the invaders.
Θα αντιπαλεύσουμε για τα δικαιώματά μας.
Мы будем бороться за наши права. · We will fight for our rights.
Αντιπάλευε με όλες του τις δυνάμεις ενάντια στην αδικία.
Он сопротивлялся несправедливости со всеми силами. · He resisted injustice with all his might.