Греческий словарь
с грамматикой

αντιμιλώ

[adimiˈlo]глаголB1

Значения

1
возражать, спорить
to object, to argue back, to contradict · αντιμιλώ στη γνώμη του — я возражаю на его мнение
2
перебивать (в разговоре)
to interrupt, to talk back · αντιμιλά στους ανώτερους — он перебивает начальников

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιμιλώ
εσύ
αντιμιλάς
αυτός
αντιμιλά
εμείς
αντιμιλάμε
εσείς
αντιμιλάτε
αυτοί
αντιμιλάνε
Аорист
εγώ
αντιμίλησα
εσύ
αντιμίλησες
αυτός
αντιμίλησε
εμείς
αντιμιλήσαμε
εσείς
αντιμιλήσατε
αυτοί
αντιμίλησαν
Будущее
εγώ
θα αντιμιλώ
εσύ
θα αντιμιλάς
αυτός
θα αντιμιλά
εμείς
θα αντιμιλάμε
εσείς
θα αντιμιλάτε
αυτοί
θα αντιμιλάνε

Примеры

Δεν θα αντιμιλήσει στον δάσκαλο.
Он не будет возражать учителю. · He won't object to the teacher.
Αντιμιλάει πάντα όταν δεν συμφωνεί.
Он всегда спорит, когда не согласен. · He always argues back when he disagrees.
Το παιδί αντιμίλησε και φύγε θυμωμένο.
Ребёнок возразил и ушёл обиженный. · The child talked back and left upset.