Греческий словарь
с грамматикой

αντιμετώπιση

[andi̱meˈtopi̱si]существительноеη · женский родB1

Значения

1
противодействие, противостояние
confrontation, facing up to · αντιμετώπιση του προβλήματος — противодействие проблеме
2
способ решения, подход
approach, method of dealing with · νέα αντιμετώπιση της κρίσης — новый подход к кризису
3
встреча лицом к лицу
face-to-face encounter · άμεση αντιμετώπιση — прямое столкновение

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αντιμετώπιση
вин.
την αντιμετώπιση
род.
της αντιμετώπισης
зват.
αντιμετώπιση
Мн. ч.
им.
οι αντιμετωπίσεις
вин.
τις αντιμετωπίσεις
род.
των αντιμετωπίσεων
зват.
αντιμετωπίσεις

Примеры

Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι επιτακτική.
Противодействие изменению климата является неотложным. · Tackling climate change is urgent.
Χρειάζεται νέα αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας.
Нужен новый подход к решению проблемы безработицы. · A new approach to unemployment is needed.
Οι αντιμετωπίσεις μεταξύ των δύο ομάδων ήταν έντονες.
Столкновения между двумя группами были напряжёнными. · The confrontations between the two groups were intense.
Για την αντιμετώπιση της κρίσης απαιτείται συνεργασία.
Для преодоления кризиса требуется сотрудничество. · Cooperation is required to handle the crisis.