αντιμετωπίζω
[andi̱meˈtɔpiːzɔ]глаголB1
Значения
1
сталкиваться с (проблемой, трудностью); встречать лицом к лицу
to face, confront, tackle (a problem, difficulty) · αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα — встречаюсь лицом к лицу с проблемой
2
противостоять, оказывать сопротивление
to stand up to, oppose, resist · αντιμετωπίζω τον εχθρό — противостою врагу
3
рассматривать, подходить к чему-то определённым образом
to approach, deal with, treat (in a certain way) · πώς αντιμετωπίζεις αυτό το θέμα; — как ты подходишь к этому вопросу?
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αντιμετωπίζω
εσύ
αντιμετωπίζεις
αυτός
αντιμετωπίζει
εμείς
αντιμετωπίζουμε
εσείς
αντιμετωπίζετε
αυτοί
αντιμετωπίζουν
Аорист
εγώ
αντιμετώπισα
εσύ
αντιμετώπισες
αυτός
αντιμετώπισε
εμείς
αντιμετωπίσαμε
εσείς
αντιμετωπίσατε
αυτοί
αντιμετώπισαν
Будущее
εγώ
θα αντιμετωπίσω
εσύ
θα αντιμετωπίσεις
αυτός
θα αντιμετωπίσει
εμείς
θα αντιμετωπίσουμε
εσείς
θα αντιμετωπίσετε
αυτοί
θα αντιμετωπίσουν
Примеры
Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες με θάρρος.
Мы должны встречать трудности с мужеством. · We must face difficulties with courage.
Ο προπονητής αντιμετώπιζε τα προβλήματα της ομάδας.
Тренер рассматривал проблемы команды серьёзно. · The coach dealt with the team's problems seriously.
Θα αντιμετωπίσεις μεγαλύτερες προκλήσεις στο μέλλον.
Ты столкнёшься с большими вызовами в будущем. · You will face greater challenges in the future.
Η κυβέρνηση αντιμετώπισε την κρίση με νέες πολιτικές.
Правительство противостояло кризису новыми политиками. · The government tackled the crisis with new policies.