Греческий словарь
с грамматикой

αντιλαμβάνομαι

[ˌandilɑmˈvɑnomɛ]глаголB2

Значения

1
замечать, осознавать, воспринимать
to notice, to perceive, to become aware of · αντιλαμβάνομαι το πρόβλημα — я замечаю проблему
2
понимать, уловить смысл
to understand, to grasp the meaning · αντιλαμβάνομαι τι εννοεί — я понимаю, что он имеет в виду
3
ловить, схватывать (физический предмет)
to catch, to seize, to grab (physical object) · αντιλαμβάνομαι το μήλο στον αέρα — я ловлю яблоко в воздухе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιλαμβάνομαι
εσύ
αντιλαμβάνεσαι
αυτός
αντιλαμβάνεται
εμείς
αντιλαμβανόμαστε
εσείς
αντιλαμβάνεστε
αυτοί
αντιλαμβάνονται
Аорист
εγώ
αντελήφθην
εσύ
αντελήφθης
αυτός
αντελήφθη
εμείς
αντελήφθημεν
εσείς
αντελήφθητε
αυτοί
αντελήφθησαν
Будущее
εγώ
θα αντιληφθώ
εσύ
θα αντιληφθείς
αυτός
θα αντιληφθεί
εμείς
θα αντιληφθούμε
εσείς
θα αντιληφθείτε
αυτοί
θα αντιληφθούν

Примеры

Αντιλήφθηκα τον κίνδυνο αμέσως.
Я сразу же заметил опасность. · I immediately perceived the danger.
Αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει αυτό;
Ты понимаешь, что это значит? · Do you understand what that means?
Δεν αντιλαμβάνομαι πώς έγινε αυτό.
Я не понимаю, как это произошло. · I don't understand how that happened.
Θα αντιληφθείς την διαφορά όταν δεις τα αποτελέσματα.
Ты заметишь разницу, когда увидишь результаты. · You will notice the difference when you see the results.