Греческий словарь
с грамматикой

αντικειμενικός

[antikimeniˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
объективный, беспристрастный
objective, impartial · αντικειμενική άποψη — объективное мнение
2
объективный, существующий независимо от субъекта
objective, existing independently · αντικειμενική πραγματικότητα — объективная реальность

Грамматика

мужской род
им.
αντικειμενικός
вин.
αντικειμενικό
род.
αντικειμενικού
зват.
αντικειμενικέ
женский род
им.
αντικειμενική
вин.
αντικειμενική
род.
αντικειμενικής
зват.
αντικειμενική
средний род
им.
αντικειμενικό
вин.
αντικειμενικό
род.
αντικειμενικού
зват.
αντικειμενικό

Примеры

Πρέπει να έχουμε αντικειμενική άποψη για το θέμα.
Мы должны иметь объективное мнение по этому вопросу. · We must have an objective view on this matter.
Η αντικειμενική αξία του ακινήτου είναι πολύ υψηλή.
Объективная стоимость недвижимости очень высока. · The objective value of the property is very high.
Αυτές είναι αντικειμενικές απόδειξης και όχι υποθέσεις.
Это объективные доказательства, а не предположения. · These are objective proofs, not assumptions.
Ο κριτής έκρινε αντικειμενικά την απόφαση.
Судья вынес беспристрастное решение. · The judge ruled impartially on the decision.