Греческий словарь
с грамматикой

αντικείμενο

[ɐdikˈiːmeno]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
предмет, объект
object, thing · ένα φυσικό αντικείμενο — материальный предмет
2
объект (в грамматике, философии)
object (grammatical, philosophical) · το άμεσο αντικείμενο — в синтаксисе
3
цель, предмет (интереса, внимания)
target, subject (of interest, attention) · αντικείμενο έρευνας — предмет исследования

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αντικείμενο
вин.
το αντικείμενο
род.
του αντικειμένου
зват.
αντικείμενο
Мн. ч.
им.
τα αντικείμενα
вин.
τα αντικείμενα
род.
των αντικειμένων
зват.
αντικείμενα

Примеры

Το αντικείμενο πέφτει στο πάτωμα.
Предмет падает на пол. · The object falls to the floor.
Ποιο είναι το άμεσο αντικείμενο του ρήματος;
Какое прямое дополнение у этого глагола? · What is the direct object of the verb?
Τα αρχαία αντικείμενα είναι πολύ σπάνια.
Древние предметы очень редки. · Ancient objects are very rare.
Αυτό ήταν πάντα το αντικείμενό της.
Это было всегда её целью. · That was always her aim.