Греческий словарь
с грамматикой

αντικατοπτρίζω

[andi.kato.ˈptri.zo]глаголC1

Значения

1
отражать (в зеркале или как отражение); зеркально воспроизводить
to reflect (like a mirror); to mirror back · το φως αντικατοπτρίζεται στο νερό — свет отражается в воде
2
символизировать, выражать; быть зеркальным отражением чего-то
to symbolize, express; to be a mirror image of something · η τέχνη αντικατοπτρίζει την κοινωνία — искусство отражает общество

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντικατοπτρίζω
εσύ
αντικατοπτρίζεις
αυτός
αντικατοπτρίζει
εμείς
αντικατοπτρίζουμε
εσείς
αντικατοπτρίζετε
αυτοί
αντικατοπτρίζουν
Аорист
εγώ
αντικατοπτρίασα
εσύ
αντικατοπτρίασες
αυτός
αντικατοπτρίασε
εμείς
αντικατοπτριάσαμε
εσείς
αντικατοπτριάσατε
αυτοί
αντικατοπτρίασαν
Будущее
εγώ
θα αντικατοπτρίασω
εσύ
θα αντικατοπτρίασεις
αυτός
θα αντικατοπτρίασει
εμείς
θα αντικατοπτριάσουμε
εσείς
θα αντικατοπτριάσετε
αυτοί
θα αντικατοπτριάσουν

Примеры

Το καθρέφτη αντικατοπτρίζει πιστά την εικόνα σας.
Зеркало точно отражает ваш образ. · The mirror faithfully reflects your image.
Η ταινία αντικατοπτρίζει τα προβλήματα της εποχής.
Фильм отражает проблемы эпохи. · The film mirrors the problems of the era.
Η δημοσκόπηση αντικατοπτρίασε τις απόψεις του κοινού.
Опрос отразил мнения общественности. · The poll reflected public opinion.
Τα έργα του καλλιτέχνη αντικατοπτρίζονται στη σύγχρονη τέχνη.
Произведения художника отражаются в современном искусстве. · The artist's works are mirrored in contemporary art.