Греческий словарь
с грамматикой

αντικαταστάτης

[ˌadidokadasˈtatis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
заместитель, замена, подменный
substitute, replacement, deputy · ο αντικαταστάτης του προέδρου — заместитель президента
2
запасной (в спорте)
substitute player, bench player · αντικαταστάτης στο ποδόσφαιρο — запасной игрок в футболе

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αντικαταστάτης
вин.
τον αντικαταστάτη
род.
του αντικαταστάτη
зват.
αντικαταστάτη
Мн. ч.
им.
οι αντικαταστάτες
вин.
τους αντικαταστάτες
род.
των αντικαταστατών
зват.
αντικαταστάτες

Примеры

Ο αντικαταστάτης του διευθυντή έκανε καλή δουλειά.
Заместитель директора хорошо справился с работой. · The director's deputy did a good job.
Ο προπονητής έβαλε αντικαταστάτες στο δεύτερο ημίχρονο.
Тренер выставил запасных игроков во втором тайме. · The coach put in substitutes in the second half.
Χρειάζεται ένας καλός αντικαταστάτης για τη θέση αυτή.
Нужен хороший замещающий кандидат на эту должность. · We need a good replacement for this position.