Греческий словарь
с грамматикой

αντικαταθλιπτικός

[ɑndikaˈtaθliptiˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
антидепрессивный, противодепрессивный
antidepressant · φάρμακο αντικαταθλιπτικό — антидепрессивный препарат

Грамматика

мужской род
им.
αντικαταθλιπτικός
вин.
αντικαταθλιπτικό
род.
αντικαταθλιπτικού
зват.
αντικαταθλιπτικέ
женский род
им.
αντικαταθλιπτική
вин.
αντικαταθλιπτική
род.
αντικαταθλιπτικής
зват.
αντικαταθλιπτική
средний род
им.
αντικαταθλιπτικό
вин.
αντικαταθλιπτικό
род.
αντικαταθλιπτικού
зват.
αντικαταθλιπτικό

Примеры

Το αντικαταθλιπτικό φάρμακο άρχισε να δρα γρήγορα.
Антидепрессивный препарат начал действовать быстро. · The antidepressant drug began to work quickly.
Ο γιατρός του έδωσε αντικαταθλιπτικά χάπια.
Врач дал ему антидепрессивные таблетки. · The doctor prescribed him antidepressant pills.
Η αντικαταθλιπτική θεραπεία ήταν αποτελεσματική.
Антидепрессивная терапия была эффективна. · The antidepressant therapy proved effective.