αντικατάστατος
[andikaˈtastatos]прилагательноеC1
Значения
1
незаменимый, необходимый
irreplaceable, indispensable · ένας αντικατάστατος συνεργάτης — незаменимый помощник
2
который нельзя заменить, который не имеет эквивалента
that cannot be substituted, without equivalent · αντικατάστατη αξία — невозместимый убыток
Грамматика
мужской род
им.
αντικατάστατος
вин.
αντικατάστατο
род.
αντικαταστάτου
зват.
αντικατάστατε
женский род
им.
αντικατάστατη
вин.
αντικατάστατη
род.
αντικαταστάτης
зват.
αντικατάστατη
средний род
им.
αντικατάστατο
вин.
αντικατάστατο
род.
αντικαταστάτου
зват.
αντικατάστατο
Примеры
Ο προπονητής ήταν αντικατάστατος για την ομάδα.
Тренер был незаменим для команды. · The coach was irreplaceable for the team.
Αυτή η αντικατάστατη απώλεια δεν θα ξεχαστεί ποτέ.
Эта невозместимая потеря никогда не будет забыта. · This irreparable loss will never be forgotten.
Οι αντικατάστατες υπηρεσίες του δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ.
Его незаменимые услуги никогда не были признаны. · His indispensable services were never acknowledged.