Греческий словарь
с грамматикой

αντικαθιστώ

[ˌandikaˈθisto]глаголB1

Значения

1
заменять, подменять (кого-л., что-л.)
to replace, to substitute (someone, something) · αντικαθιστώ τον υπάλληλο — заменяю сотрудника
2
становиться на место, занимать должность вместо кого-л.
to take someone's place, to stand in for · αντικαθιστώ τον διευθυντή — исполняю обязанности директора

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντικαθιστώ
εσύ
αντικαθιστάς
αυτός
αντικαθιστά
εμείς
αντικαθιστούμε
εσείς
αντικαθιστάτε
αυτοί
αντικαθιστούν
Аорист
εγώ
αντικατέστησα
εσύ
αντικατέστησες
αυτός
αντικατέστησε
εμείς
αντικατεστήσαμε
εσείς
αντικατεστήσατε
αυτοί
αντικατέστησαν
Будущее
εγώ
θα αντικαταστήσω
εσύ
θα αντικαταστήσεις
αυτός
θα αντικαταστήσει
εμείς
θα αντικαταστήσουμε
εσείς
θα αντικαταστήσετε
αυτοί
θα αντικαταστήσουν

Примеры

Ο αναπληρωτής αντικαθιστά τον δάσκαλο κάθε Τετάρτη.
Заместитель учителя его заменяет каждую среду. · The substitute teacher replaces him every Wednesday.
Αντικατέστησαν τη σπασμένη λάμπα με μια καινούργια.
Они заменили разбитую лампу на новую. · They replaced the broken lamp with a new one.
Θα αντικαταστήσω το παλιό σύστημα την επόμενη εβδομάδα.
На следующей неделе я заменю старую систему. · Next week I will replace the old system.
Αντικάθιστε τον προϊστάμενό σου με υπευθυνότητα.
Замени своего начальника ответственно. · Stand in for your boss responsibly.