αντιδιαστολή
[ɐndidiaˈstoli]существительноеη · женский родC1
Значения
1
контраст, противопоставление
contrast, juxtaposition · η αντιδιαστολή μεταξύ του καλού και του κακού — противопоставление добра и зла
2
антитеза (в риторике и литературе)
antithesis (in rhetoric and literature) · αντιδιαστολή στην ποιητική γλώσσα — антитеза в поэтическом языке
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αντιδιαστολή
вин.
την αντιδιαστολή
род.
της αντιδιαστολής
зват.
αντιδιαστολή
Мн. ч.
им.
οι αντιδιαστολές
вин.
τις αντιδιαστολές
род.
των αντιδιαστολών
зват.
αντιδιαστολές
Примеры
Η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο χαρακτήρων είναι σαφής.
Контраст между двумя персонажами явно выраженный. · The contrast between the two characters is clear.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αντιδιαστολές για να δημιουργήσει δραματικό αποτέλεσμα.
Писатель использует противопоставления, чтобы создать драматический эффект. · The author uses contrasts to create a dramatic effect.
Στην αντιδιαστολή με τα αρχαία ελληνικά, τα νέα ελληνικά είναι πιο απλά.
В противоположность древнегреческому, современный греческий язык проще. · In contrast with Ancient Greek, Modern Greek is simpler.