Греческий словарь
с грамматикой

αντιγράφω

[andiˈɣrafo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
переписывать, копировать
copy, transcribe · αντιγράφω ένα κείμενο — переписываю текст
2
подделывать, фальсифицировать
forge, counterfeit · αντιγράφω ένα υπογραφή — подделываю подпись

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιγράφω
εσύ
αντιγράφεις
αυτός
αντιγράφει
εμείς
αντιγράφουμε
εσείς
αντιγράφετε
αυτοί
αντιγράφουν
Аорист
εγώ
αντέγραψα
εσύ
αντέγραψες
αυτός
αντέγραψε
εμείς
αντεγράψαμε
εσείς
αντεγράψατε
αυτοί
αντέγραψαν
Будущее
εγώ
θα αντιγράψω
εσύ
θα αντιγράψεις
αυτός
θα αντιγράψει
εμείς
θα αντιγράψουμε
εσείς
θα αντιγράψετε
αυτοί
θα αντιγράψουν

Примеры

Αντιγράφω τη διεύθυνσή σας στο σημειωματάριό μου.
Переписываю ваш адрес в свой блокнот. · I'm copying your address into my notebook.
Ο μαθητής αντέγραψε ολόκληρο το κείμενο.
Ученик переписал весь текст. · The student copied the entire text.
Δεν πρέπει να αντιγράφετε τα έργα άλλων χωρίς άδεια.
Нельзя воспроизводить чужие произведения без разрешения. · You must not reproduce others' works without permission.
Αυτό το έγγραφο έχει αντιγραφεί πολλές φορές.
Этот документ был скопирован много раз. · This document has been copied many times.