Греческий словарь
с грамматикой

αντιγράφος

[andiˈɣrafos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
копия, копировальная бумага
carbon paper; copy · χαρτί αντιγράφου — копировальная бумага
2
переписчик, переписка
copyist; copying · αντιγράφος ενός κειμένου — переписка текста

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αντιγράφος
вин.
τον αντιγράφο
род.
του αντιγράφου
зват.
αντιγράφε
Мн. ч.
им.
οι αντιγράφοι
вин.
τους αντιγράφους
род.
των αντιγράφων
зват.
αντιγράφοι

Примеры

Χρησιμοποίησε αντιγράφο για να κάνει αντίγραφο.
Он использовал копировальную бумагу для создания копии. · He used carbon paper to make a copy.
Ο αντιγράφος αντέγραψε το κείμενο με προσοχή.
Переписчик тщательно переписал текст. · The copyist carefully transcribed the text.
Στο γραφείο χρησιμοποιούν αντιγράφους κάθε μέρα.
В офисе используют копировальную бумагу каждый день. · In the office they use carbon paper every day.