Греческий словарь
с грамматикой

αντιβιοτικός

[andi̯vio̞ˈtiko̞s]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
антибиотик (лекарство против бактерий)
antibiotic (medicine that kills bacteria) · χρειάζομαι αντιβιοτικό για την ίωση — мне нужен антибиотик от инфекции

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αντιβιοτικός
вин.
τον αντιβιοτικό
род.
του αντιβιοτικού
зват.
αντιβιοτικέ
Мн. ч.
им.
οι αντιβιοτικοί
вин.
τους αντιβιοτικούς
род.
των αντιβιοτικών
зват.
αντιβιοτικοί

Примеры

Ο γιατρός μας έγραψε αντιβιοτικό για την ωτίτιδα.
Врач выписал нам антибиотик от отита. · The doctor prescribed us an antibiotic for the ear infection.
Πρέπει να πάρεις τον αντιβιοτικό τρεις φορές την ημέρα.
Нужно принимать антибиотик три раза в день. · You need to take the antibiotic three times a day.
Αυτοί οι αντιβιοτικοί είναι πολύ δυνατοί.
Эти антибиотики очень сильные. · These antibiotics are very potent.