αντιβασιλέας
[ˌandivvasiˈleas]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
противник на троне, узурпатор; правитель, оспаривающий легитимность другого
rival king, usurper; a ruler challenging the legitimacy of another · δύο αντιβασιλείς για την ίδια κορώνα — два соперника за одну корону
Грамматика
Ед. ч.
им.
o αντιβασιλέας
вин.
τον αντιβασιλέα
род.
του αντιβασιλέα
зват.
αντιβασιλέα
Мн. ч.
им.
οι αντιβασιλείς
вин.
τους αντιβασιλείς
род.
των αντιβασιλέων
зват.
αντιβασιλείς
Примеры
Ο αντιβασιλέας διεκδικούσε το θρόνο του Βυζαντίου.
Узурпатор оспаривал престол Византии. · The usurper claimed the Byzantine throne.
Στη μεσαιωνική ιστορία, αντιβασιλείς συχνά κέρδιζαν εδαφικές μάχες.
В средневековой истории узурпаторы часто выигрывали территориальные сражения. · In medieval history, rival claimants often won territorial battles.
Ο αντιβασιλέα προσπάθησε να εδραιώσει την εξουσία του στα Βαλκάνια.
Узурпатор попытался упрочить свою власть на Балканах. · The rival king tried to consolidate his power in the Balkans.