Греческий словарь
с грамматикой

ανταπόκριση

[ɑndɑˈpɔkrisi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
корреспонденция, переписка
correspondence, exchange of letters · η επιστολική ανταπόκριση — почтовая переписка
2
соответствие, соответствование
correspondence, agreement, conformity · ανταπόκριση με τις απαιτήσεις — соответствие требованиям
3
репортаж, статья корреспондента
report, correspondent's article · ανταπόκριση από το εξωτερικό — репортаж из-за границы

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ανταπόκριση
вин.
την ανταπόκριση
род.
της ανταπόκρισης
зват.
ανταπόκριση
Мн. ч.
им.
οι ανταποκρίσεις
вин.
τις ανταποκρίσεις
род.
των ανταποκρίσεων
зват.
ανταποκρίσεις

Примеры

Διατηρούσε μακρόχρονη ανταπόκριση με φίλους στο εξωτερικό.
Он долгие годы вёл переписку с друзьями за границей. · He maintained long-standing correspondence with friends abroad.
Η ανταπόκρισή του με τις προσδοκίες ήταν πλήρης.
Его соответствие ожиданиям было полным. · His conformity with expectations was complete.
Έλαβε την ανταπόκριση του δημοσιογράφου για τη διεθνή εφημερίδα.
Он получил репортаж журналиста для международной газеты. · He received the correspondent's report for the international newspaper.
Οι ανταποκρίσεις από τα διάφορα κέντρα ήταν ενδιαφέρουσες.
Репортажи из различных центров были интересными. · The reports from various centres were interesting.