Греческий словарь
с грамматикой

ανταποκρίνομαι

[andapokrínomai]глаголC1

Значения

1
соответствовать, отвечать (ожиданиям, требованиям)
to meet, to live up to (expectations, demands) · ανταποκρίνεται στις προσδοκίες — соответствует ожиданиям
2
быть на высоте, справляться (с задачей, ситуацией)
to be equal to, to cope with (a task, situation) · ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του έργου — справляется с требованиями работы
3
взаимно относиться, отвечать взаимностью
to reciprocate, to respond in kind · ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του — отвечает взаимностью на его чувства

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανταποκρίνομαι
εσύ
ανταποκρίνεσαι
αυτός
ανταποκρίνεται
εμείς
ανταποκρινόμαστε
εσείς
ανταποκρίνεστε
αυτοί
ανταποκρίνονται
Аорист
εγώ
ανταποκρίθηκα
εσύ
ανταποκρίθηκες
αυτός
ανταποκρίθηκε
εμείς
ανταποκρίθηκαν
εσείς
ανταποκριθήκατε
αυτοί
ανταποκρίθηκαν
Будущее
εγώ
θα ανταποκριθώ
εσύ
θα ανταποκριθείς
αυτός
θα ανταποκριθεί
εμείς
θα ανταποκριθούμε
εσείς
θα ανταποκριθείτε
αυτοί
θα ανταποκριθούν

Примеры

Ο ηθοποιός ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του κοινού.
Актёр оправдал ожидания публики. · The actor lived up to the audience's expectations.
Δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αθλήματος.
Он не смог справиться с требованиями спорта. · He couldn't meet the demands of the sport.
Ανταποκρίνεται ακόμη στα αισθήματα που νιώθεις;
Он всё ещё отвечает взаимностью на твои чувства? · Does he still return the feelings you have for him?
Η δυσκολία του έργου δεν ανταποκρίνεται στο μισθό.
Сложность работы не соответствует зарплате. · The difficulty of the work doesn't match the salary.