Греческий словарь
с грамматикой

ανταποδίδω

[ɐdɐpoˈðiðo]глаголC1

Значения

1
отвечать взаимностью, воздавать (добром или злом)
to reciprocate, to repay (with good or ill) · ανταποδίδω καλοσύνη με καλοσύνη — отвечаю добротой на доброту
2
платить за услугу, возмещать
to return in kind, to compensate · ανταποδίδω τη βοήθεια — отвечаю помощью на помощь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανταποδίδω
εσύ
ανταποδίδεις
αυτός
ανταποδίδει
εμείς
ανταποδίδουμε
εσείς
ανταποδίδετε
αυτοί
ανταποδίδουν
Аорист
εγώ
ανταπέδωσα
εσύ
ανταπέδωσες
αυτός
ανταπέδωσε
εμείς
ανταπεδώσαμε
εσείς
ανταπεδώσατε
αυτοί
ανταπέδωσαν
Будущее
εγώ
θα ανταποδώσω
εσύ
θα ανταποδώσεις
αυτός
θα ανταποδώσει
εμείς
θα ανταποδώσουμε
εσείς
θα ανταποδώσετε
αυτοί
θα ανταποδώσουν

Примеры

Πάντα ανταποδίδω την αγάπη με αγάπη.
Я всегда отвечаю любовью на любовь. · I always repay love with love.
Ανταπέδωσε τη φιλία του με απιστία.
Он ответил на его дружбу неверностью. · He repaid his friendship with betrayal.
Δεν μπορώ να ανταποδώσω όλα όσα έκανες για μένα.
Я не могу возместить всё, что ты для меня сделал. · I cannot repay everything you have done for me.
Ανταποδίδοντας την προσφορά του, του χαμογέλασα.
В ответ на его предложение я ему улыбнулась. · Reciprocating his offer, I smiled at him.