αντανάκλαση
[andaˈnaklasi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
отражение (света, звука)
reflection (of light, sound) · αντανάκλαση φωτός — отражение света
2
отражение, проявление (идеи, чувства)
reflection, manifestation (of an idea, feeling) · αντανάκλαση της πραγματικότητας — отражение действительности
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αντανάκλαση
вин.
την αντανάκλαση
род.
της αντανάκλασης
зват.
αντανάκλαση
Мн. ч.
им.
οι αντανακλάσεις
вин.
τις αντανακλάσεις
род.
των αντανακλάσεων
зват.
αντανακλάσεις
Примеры
Η αντανάκλαση του φωτός στο νερό είναι όμορφη.
Отражение света в воде прекрасно. · The reflection of light in the water is beautiful.
Οι αντανακλάσεις των συναισθημάτων φαίνονται στη τέχνη του.
Отражения его чувств видны в его искусстве. · Reflections of his emotions are visible in his art.
Η ταινία είναι μια αντανάκλαση της σύγχρονης κοινωνίας.
Фильм — это отражение современного общества. · The film is a reflection of modern society.