ανταλλακτικός
[andalaˈktikos]прилагательноеB1
Значения
1
запасной, сменный (о деталях, частях)
spare, replacement (of parts, components) · ανταλλακτικά για το αυτοκίνητο — запасные части для автомобиля
2
относящийся к обмену, обменный
relating to exchange, exchangeable · ανταλλακτική αξία — меновая стоимость
Грамматика
мужской род
им.
ανταλλακτικός
вин.
ανταλλακτικό
род.
ανταλλακτικού
зват.
ανταλλακτικέ
женский род
им.
ανταλλακτική
вин.
ανταλλακτική
род.
ανταλλακτικής
зват.
ανταλλακτική
средний род
им.
ανταλλακτικό
вин.
ανταλλακτικό
род.
ανταλλακτικού
зват.
ανταλλακτικό
Примеры
Χρειάζομαι ανταλλακτικά για το ψυγείο μου.
Мне нужны запасные части для холодильника. · I need spare parts for my refrigerator.
Το κατάστημα πουλά ανταλλακτικές μπαταρίες.
Магазин продаёт сменные батарейки. · The shop sells replacement batteries.
Η ανταλλακτική αξία του προϊόντος είναι υψηλή.
Меновая стоимость продукта высока. · The exchange value of the product is high.