Греческий словарь
с грамматикой

ανταγωνιστικός

[ɐdɐɡoˈnistikós]прилагательноеB2

Значения

1
конкурентный, основанный на соперничестве
competitive, based on rivalry · ανταγωνιστικό περιβάλλον — конкурентная среда
2
враждебный, агрессивный
hostile, aggressive · ανταγωνιστική στάση — враждебная позиция

Грамматика

мужской род
им.
ανταγωνιστικός
вин.
ανταγωνιστικό
род.
ανταγωνιστικού
зват.
ανταγωνιστικέ
женский род
им.
ανταγωνιστική
вин.
ανταγωνιστική
род.
ανταγωνιστικής
зват.
ανταγωνιστική
средний род
им.
ανταγωνιστικό
вин.
ανταγωνιστικό
род.
ανταγωνιστικού
зват.
ανταγωνιστικό

Примеры

Η αγορά είναι πολύ ανταγωνιστική στον τομέα τεχνολογίας.
Рынок очень конкурентный в технологическом секторе. · The market is highly competitive in the technology sector.
Αυτή η ανταγωνιστική συμπεριφορά δεν βοηθάει τη συνεργασία.
Такое враждебное поведение не способствует сотрудничеству. · This antagonistic behaviour does not foster cooperation.
Οι ανταγωνιστικές πολιτικές της εταιρείας έκαναν τη διαφορά.
Конкурентная политика компании сделала разницу. · The company's competitive policies made the difference.