Греческий словарь
с грамматикой

ανταγωνιστής

[ɑndɑɣoˈnistis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
соперник, противник
competitor, rival, opponent · ο ανταγωνιστής στον αγώνα — соперник в соревновании
2
противник (враг, оппонент)
adversary, antagonist · πολιτικός ανταγωνιστής — политический противник

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ανταγωνιστής
вин.
τον ανταγωνιστή
род.
του ανταγωνιστή
зват.
ανταγωνιστή
Мн. ч.
им.
οι ανταγωνιστές
вин.
τους ανταγωνιστές
род.
των ανταγωνιστών
зват.
ανταγωνιστές

Примеры

Ο ανταγωνιστής του κέρδισε τον αγώνα.
Его соперник выиграл соревнование. · His rival won the competition.
Έχουμε πολλούς ανταγωνιστές στην αγορά.
У нас много конкурентов на рынке. · We have many competitors in the market.
Ο πολιτικός του ανταγωνιστής έκανε δύσκολη την εκλογική εκστρατεία.
Его политический противник затруднил избирательную кампанию. · His political opponent made the election campaign difficult.
Των ανταγωνιστών τα επιχειρήματα ήταν ισχυρά.
Аргументы соперников были убедительными. · The rivals' arguments were strong.