Греческий словарь
с грамматикой

ανταγωνισμός

[ɐdɐɣoˈnizmós]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
конкуренция, соперничество
competition, rivalry · ανταγωνισμός στο σχολείο — конкуренция в школе
2
противодействие, антагонизм
antagonism, opposition · ανταγωνισμός των συμφερόντων — противоположность интересов

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ανταγωνισμός
вин.
τον ανταγωνισμό
род.
του ανταγωνισμού
зват.
ανταγωνισμέ
Мн. ч.
им.
οι ανταγωνισμοί
вин.
τους ανταγωνισμούς
род.
των ανταγωνισμών
зват.
ανταγωνισμοί

Примеры

Ο ανταγωνισμός στο εμπόριο είναι πολύ έντονος.
Конкуренция в торговле очень острая. · Competition in commerce is very fierce.
Ανάμεσα στις δύο χώρες υπάρχει πολιτικός ανταγωνισμός.
Между двумя странами существует политическое соперничество. · Between the two countries there is political rivalry.
Ο υγιής ανταγωνισμός είναι καλός για την οικονομία.
Здоровая конкуренция хороша для экономики. · Healthy competition is good for the economy.
Των ανταγωνισμών ανάμεσα στις επιχειρήσεις επωφελούνται οι καταναλωτές.
От соперничества между компаниями выигрывают потребители. · Consumers benefit from the competition among businesses.