αντίχειρας
[aˈndixiras]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
большой палец (на руке)
thumb · ο αντίχειρας του χεριού — большой палец руки
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αντίχειρας
вин.
τον αντίχειρα
род.
του αντίχειρα
зват.
αντίχειρα
Мн. ч.
им.
οι αντίχειρες
вин.
τους αντίχειρες
род.
των αντίχειρων
зват.
αντίχειρες
Примеры
Έσπασα τον αντίχειρά μου παίζοντας μπάσκετ.
Я сломал большой палец, играя в баскетбол. · I broke my thumb playing basketball.
Ο αντίχειρας είναι πολύ σημαντικός για τη λαβή.
Большой палец очень важен для захвата. · The thumb is very important for gripping.
Κρατάει το μολύβι με τους δύο αντίχειρες.
Она держит карандаш двумя большими пальцами. · She holds the pencil with both thumbs.