αντίληψη
[ɐdiˈlipsi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
восприятие, ощущение
perception, sensation · η αντίληψη του κόσμου — восприятие окружающего мира
2
понимание, представление
understanding, conception · διαφορετική αντίληψη — другое понимание вопроса
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αντίληψη
вин.
την αντίληψη
род.
της αντίληψης
зват.
αντίληψη
Мн. ч.
им.
οι αντιλήψεις
вин.
τις αντιλήψεις
род.
των αντιλήψεων
зват.
αντιλήψεις
Примеры
Η αντίληψή του για τα πράγματα είναι πολύ διαφορετική.
Его восприятие вещей совершенно другое. · His perception of things is quite different.
Η κοινή αντίληψη δεν ταιριάζει με την πραγματικότητα.
Общепринятое представление не соответствует реальности. · Common understanding doesn't match reality.
Οι διαφορετικές αντιλήψεις δημιουργούν προβλήματα.
Различные взгляды создают проблемы. · Different conceptions create problems.
Έχει καλή αντίληψη της κατάστασης.
У него хорошее понимание ситуации. · He has a good grasp of the situation.