Греческий словарь
с грамматикой

αντίκτυπο

[aˈdikdipo]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
отражение, отзвук, последствие
impact, effect, repercussion · το αντίκτυπο μιας απόφασης — последствия решения
2
отражение (звука, света)
echo, reverberation · το αντίκτυπο του ήχου — отражение звука

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αντίκτυπο
вин.
το αντίκτυπο
род.
του αντίκτυπου
зват.
αντίκτυπο
Мн. ч.
им.
τα αντίκτυπα
вин.
τα αντίκτυπα
род.
των αντίκτυπων
зват.
αντίκτυπα

Примеры

Τα αντίκτυπα της κρίσης ήταν καταστροφικά.
Последствия кризиса были катастрофическими. · The impact of the crisis was catastrophic.
Το αντίκτυπό του στην κοινή γνώμη ήταν θετικό.
Его влияние на общественное мнение было позитивным. · His effect on public opinion was positive.
Ακούσαμε το αντίκτυπο του κυματισμού στο βράχο.
Мы услышали отзвук волны от скалы. · We heard the echo of the wave off the rock.