αντίδραση
[ɑndˈiðrɑsi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
реакция, ответная реакция
reaction, response · η αντίδρασή του ήταν άμεση — его реакция была немедленной
2
химическая реакция
chemical reaction · χημική αντίδραση — химическая реакция
3
противодействие, сопротивление
opposition, resistance · αντίδραση κατά της κυβέρνησης — сопротивление правительству
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αντίδραση
вин.
την αντίδραση
род.
της αντίδρασης
зват.
αντίδραση
Мн. ч.
им.
οι αντιδράσεις
вин.
τις αντιδράσεις
род.
των αντιδράσεων
зват.
αντιδράσεις
Примеры
Η αντίδρασή του ήταν πολύ θετική.
Его реакция была очень положительной. · His reaction was very positive.
Δεν περίμενα τέτοια αντίδραση από τον κόσμο.
Я не ожидал такой реакции от людей. · I didn't expect such a reaction from people.
Η χημική αντίδραση ήταν εξώθερμη.
Химическая реакция была экзотермической. · The chemical reaction was exothermic.
Οι αντιδράσεις των επιστημόνων ήταν κριτικές.
Реакции учёных были критическими. · The scientists' reactions were critical.