Греческий словарь
с грамматикой

αντέχω

[aˈndexo]глаголB1

Значения

1
выдерживать, сопротивляться (давлению, боли, трудностям)
to withstand, to endure, to resist (pressure, pain, hardship) · αντέχω στον πόνο — выдерживаю боль
2
держаться, продолжать (существовать, функционировать)
to hold on, to last, to keep going · η μπαταρία δεν αντέχει — батарея не держит
3
справляться, хватать (сил, способностей)
to cope, to manage, to be up to something · αντέχω τη δουλειά — справляюсь с работой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντέχω
εσύ
αντέχεις
αυτός
αντέχει
εμείς
αντέχουμε
εσείς
αντέχετε
αυτοί
αντέχουν
Аорист
εγώ
άντεξα
εσύ
άντεξες
αυτός
άντεξε
εμείς
αντέξαμε
εσείς
αντέξατε
αυτοί
άντεξαν
Будущее
εγώ
θα αντέξω
εσύ
θα αντέξεις
αυτός
θα αντέξει
εμείς
θα αντέξουμε
εσείς
θα αντέξετε
αυτοί
θα αντέξουν

Примеры

Ο αθλητής αντέχει στο κρύο και την κόπωση.
Спортсмен выдерживает холод и усталость. · The athlete endures the cold and exhaustion.
Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα αντέξει αυτή η σχέση.
Не знаю, как долго ещё продержится эти отношения. · I don't know how much longer this relationship will last.
Άντεξε μόνη της όλα τα προβλήματα της οικογένειας.
Она одна справилась со всеми семейными проблемами. · She alone managed all the family problems.
Η μηχανή δεν αντέχει πλέον τόσο φορτίο.
Машина больше не выдерживает такую нагрузку. · The engine no longer withstands such a load.