αντάλλαξη
[aˈndalaksi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
обмен, взаимный обмен (товарами, идеями и т.д.)
exchange, mutual exchange (of goods, ideas, etc.) · αντάλλαξη απόψεων — обмен мнениями
2
замена, подмена (одного другим)
substitution, replacement (of one thing with another) · αντάλλαξη χρήματος — обмен денег
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αντάλλαξη
вин.
την αντάλλαξη
род.
της αντάλλαξης
зват.
αντάλλαξη
Мн. ч.
им.
οι αντάλλαξες
вин.
τις αντάλλαξες
род.
των αντάλλαξων
зват.
αντάλλαξες
Примеры
Η αντάλλαξη πληροφοριών είναι πολύ σημαντική.
Обмен информацией очень важен. · The exchange of information is very important.
Στη διάσκεψη υπήρξε μια ενδιαφέρουσα αντάλλαξη απόψεων.
На конференции произошел интересный обмен мнениями. · At the conference there was an interesting exchange of views.
Η αντάλλαξη του ελαττωματικού προϊόντος έγινε αμέσως.
Замена дефектного товара произошла немедленно. · The replacement of the faulty product happened immediately.