αντάλλαγμα
[adˈdalaɣma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
обмен, взаимообмен
exchange, swap · αντάλλαγμα αγαθών — обмен товарами
2
возмещение, компенсация
compensation, recompense · αντάλλαγμα για τη ζημιά — возмещение убытков
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αντάλλαγμα
вин.
το αντάλλαγμα
род.
του αντάλλαγματος
зват.
αντάλλαγμα
Мн. ч.
им.
τα αντάλλαγμα
вин.
τα αντάλλαγμα
род.
των αντάλλαγμάτων
зват.
αντάλλαγμα
Примеры
Ως αντάλλαγμα για την υπηρεσία, του έδωσε χρήματα.
В обмен на услугу он дал ему деньги. · In exchange for the service, he gave him money.
Το αντάλλαγμα του ατυχήματος ήταν πολύ υψηλό.
Компенсация за аварию была очень высокой. · The compensation for the accident was very high.
Δεν αποδέχεται κανένα αντάλλαγμα για τη δωρεά του.
Он не принимает никакого возмещения за свой подарок. · He accepts no compensation for his donation.