Греческий словарь
с грамматикой

ανοσοποιώ

[anosoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
делать иммунным, вырабатывать иммунитет к чему-либо
to immunize, to make immune · ανοσοποιώ το παιδί κατά της ιλαράς — я прививаю ребёнка от кори
2
делать устойчивым, адаптировать (переносное значение)
to make resistant or insensitive to something (figuratively) · ανοσοποιώ τον εαυτό μου στο άγχος — я учусь не реагировать на стресс

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανοσοποιώ
εσύ
ανοσοποιείς
αυτός
ανοσοποιεί
εμείς
ανοσοποιούμε
εσείς
ανοσοποιείτε
αυτοί
ανοσοποιούν
Аорист
εγώ
ανοσοποίησα
εσύ
ανοσοποίησες
αυτός
ανοσοποίησε
εμείς
ανοσοποιήσαμε
εσείς
ανοσοποιήσατε
αυτοί
ανοσοποίησαν
Будущее
εγώ
θα ανοσοποιήσω
εσύ
θα ανοσοποιήσεις
αυτός
θα ανοσοποιήσει
εμείς
θα ανοσοποιήσουμε
εσείς
θα ανοσοποιήσετε
αυτοί
θα ανοσοποιήσουν

Примеры

Ανοσοποιούμε τα παιδιά κατά του κοκκύτη.
Мы прививаем детей от коклюша. · We immunize children against whooping cough.
Το εμβόλιο ανοσοποιεί τον οργανισμό για πολλά χρόνια.
Вакцина создаёт иммунитет на много лет. · The vaccine immunizes the body for many years.
Έχουν ανοσοποιήσει όλα τα νήπια του νηπιαγωγείου.
Они сделали прививки всем малышам в детском саду. · They have immunized all the infants at the nursery.
Προσπαθώ να ανοσοποιήσω τον εαυτό μου στα αρνητικά σχόλια.
Я стараюсь привыкнуть не обращать внимание на негативные комментарии. · I'm trying to harden myself against negative comments.