Греческий словарь
с грамматикой

ανοσοποιητικός

[anoso.poiˈitikos]прилагательноеB2

Значения

1
иммунный, относящийся к иммунитету
immune, relating to immunity · το ανοσοποιητικό σύστημα — иммунная система

Грамматика

мужской род
им.
ανοσοποιητικός
вин.
ανοσοποιητικό
род.
ανοσοποιητικού
зват.
ανοσοποιητικέ
женский род
им.
ανοσοποιητική
вин.
ανοσοποιητική
род.
ανοσοποιητικής
зват.
ανοσοποιητική
средний род
им.
ανοσοποιητικό
вин.
ανοσοποιητικό
род.
ανοσοποιητικού
зват.
ανοσοποιητικό

Примеры

Το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει το σώμα από λοιμώξεις.
Иммунная система защищает организм от инфекций. · The immune system protects the body from infections.
Οι ανοσοποιητικές αντιδράσεις είναι πολύ σημαντικές για την υγεία.
Иммунные реакции очень важны для здоровья. · Immune responses are very important for health.
Ο γιατρός εξήγησε τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Врач объяснил функцию иммунной системы. · The doctor explained how the immune system works.