ανοσία
[aˈnosia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
иммунитет (к болезни)
immunity (to disease) · ανοσία στον ιό — иммунитет к вирусу
2
неприкосновенность (дипломатическая, парламентская и т.д.)
immunity (diplomatic, parliamentary, etc.) · ανοσία των βουλευτών — неприкосновенность депутатов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανοσία
вин.
την ανοσία
род.
της ανοσίας
зват.
ανοσία
Мн. ч.
им.
οι ανοσίες
вин.
τις ανοσίες
род.
των ανοσιών
зват.
ανοσίες
Примеры
Η ανοσία έναντι του ιού είναι σημαντική.
Иммунитет к вирусу очень важен. · Immunity to the virus is important.
Αποκτούν ανοσία αφού εμβολιαστούν.
Они получают иммунитет после вакцинации. · They develop immunity after vaccination.
Οι βουλευτές έχουν ανοσία από διώξεις.
Депутаты пользуются неприкосновенностью. · Lawmakers have immunity from prosecution.
Η αναφορά αφορούσε τις ανοσίες διάφορων χωρών.
Доклад касался иммунитета в разных странах. · The report concerned immunity in various countries.