Греческий словарь
с грамматикой

ανοιχτήρι

[anixtˈiri]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
открывалка, открывалка для бутылок
bottle opener · ανοιχτήρι για μπουκάλια — открывалка для бутылок
2
консервный нож
can opener · ανοιχτήρι για κονσέρβες — открывалка для консервов

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ανοιχτήρι
вин.
το ανοιχτήρι
род.
του ανοιχτηριού
зват.
ανοιχτήρι
Мн. ч.
им.
τα ανοιχτήρια
вин.
τα ανοιχτήρια
род.
των ανοιχτηριών
зват.
ανοιχτήρια

Примеры

Χρειάζομαι το ανοιχτήρι για την μπύρα.
Мне нужна открывалка для пива. · I need the bottle opener for the beer.
Πού είναι το ανοιχτήρι των κονσέρβων;
Где консервный нож? · Where is the can opener?
Τα ανοιχτήρια είναι στο συρόμενο δοχείο.
Открывалки лежат в выдвижном ящике. · The openers are in the drawer.