Греческий словарь
с грамматикой

ανοικοδομώ

[anikiðoˈmo]глаголC1

Значения

1
восстанавливать (город, страну и т.п.) после разрушения
to rebuild, reconstruct (a city, country, etc. after destruction) · ανοικοδομώ την πόλη μετά τον πόλεμο — восстанавливаю город после войны
2
восстанавливать, возрождать (культуру, экономику, общество)
to restore, revive (culture, economy, society) · ανοικοδομώ την οικονομία — восстанавливаю экономику

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανοικοδομώ
εσύ
ανοικοδομάς
αυτός
ανοικοδομά
εμείς
ανοικοδομούμε
εσείς
ανοικοδομάτε
αυτοί
ανοικοδομούν
Аорист
εγώ
ανοικοδόμησα
εσύ
ανοικοδόμησες
αυτός
ανοικοδόμησε
εμείς
ανοικοδομήσαμε
εσείς
ανοικοδομήσατε
αυτοί
ανοικοδόμησαν
Будущее
εγώ
θα ανοικοδομήσω
εσύ
θα ανοικοδομήσεις
αυτός
θα ανοικοδομήσει
εμείς
θα ανοικοδομήσουμε
εσείς
θα ανοικοδομήσετε
αυτοί
θα ανοικοδομήσουν

Примеры

Οι Έλληνες ανοικοδόμησαν την χώρα μετά τον πόλεμο.
Греки восстановили страну после войны. · The Greeks rebuilt the country after the war.
Θα ανοικοδομήσουμε την οικονομία με νέες πολιτικές.
Мы восстановим экономику новой политикой. · We will rebuild the economy with new policies.
Ανοικοδομώ το πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο της κοινωνίας.
Восстанавливаю духовный и культурный уровень общества. · I am restoring the spiritual and cultural level of society.