Греческий словарь
с грамматикой

ανοίγω

[aˈniɣo]глаголA1

Значения

1
открывать, открыть
to open · ανοίγω την πόρτα — открываю дверь
2
начинать, начать (о фильме, представлении)
to start, begin (of a film, show) · ανοίγει η ταινία — начинается фильм

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανοίγω
εσύ
ανοίγεις
αυτός
ανοίγει
εμείς
ανοίγουμε
εσείς
ανοίγετε
αυτοί
ανοίγουν
Аорист
εγώ
άνοιξα
εσύ
άνοιξες
αυτός
άνοιξε
εμείς
ανοίξαμε
εσείς
ανοίξατε
αυτοί
άνοιξαν
Будущее
εγώ
θα ανοίξω
εσύ
θα ανοίξεις
αυτός
θα ανοίξει
εμείς
θα ανοίξουμε
εσείς
θα ανοίξετε
αυτοί
θα ανοίξουν

Примеры

Άνοιξε το παράθυρο, σε παρακαλώ.
Открой окно, пожалуйста. · Open the window, please.
Το κατάστημα ανοίγει στις εννέα το πρωί.
Магазин открывается в девять утра. · The shop opens at nine in the morning.
Χθες άνοιξα ένα νέο βιβλίο.
Вчера я начал новую книгу. · Yesterday I started a new book.
Θα ανοίξουμε τις πόρτες για τα παιδιά.
Мы откроем двери для детей. · We will open the doors for the children.