ανιχνευτής
[aniχnevˈtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
детектор, датчик (прибор для обнаружения)
detector, sensor (device for detecting) · ανιχνευτής καπνού — датчик дыма
2
сыщик, детектив (человек, расследующий преступления)
detective, investigator (person who investigates crimes) · ιδιώτης ανιχνευτής — частный детектив
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ανιχνευτής
вин.
τον ανιχνευτή
род.
του ανιχνευτή
зват.
ανιχνευτή
Мн. ч.
им.
οι ανιχνευτές
вин.
τους ανιχνευτές
род.
των ανιχνευτών
зват.
ανιχνευτές
Примеры
Ο ανιχνευτής καπνού έσωσε τη ζωή μας.
Датчик дыма спас нам жизнь. · The smoke detector saved our lives.
Χρειαζόμαστε έναν ιδιώτη ανιχνευτή για την υπόθεση.
Нам нужен частный детектив для этого дела. · We need a private detective for this case.
Τα δύο αυτά όργανα είναι ανιχνευτές μετάλλων.
Эти два прибора — металлодетекторы. · These two devices are metal detectors.
Ο ανιχνευτής ανακάλυψε τη λαθραία συναλλαγή.
Детектив раскрыл незаконную операцию. · The detective uncovered the illegal transaction.