ανισότητα
[anisˈotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
неравенство (социальное, экономическое)
inequality (social, economic) · κοινωνική ανισότητα — социальное неравенство
2
неравенство (математическое)
inequality (mathematical) · μαθηματική ανισότητα — математическое неравенство
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανισότητα
вин.
την ανισότητα
род.
της ανισότητας
зват.
ανισότητα
Мн. ч.
им.
οι ανισότητες
вин.
τις ανισότητες
род.
των ανισοτήτων
зват.
ανισότητες
Примеры
Η ανισότητα εισοδήματος αυξάνεται στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Неравенство доходов растёт в развивающихся странах. · Income inequality is rising in developing countries.
Πολλοί κοινωνιολόγοι μελετούν τις ανισότητες της κοινωνίας.
Многие социологи изучают неравенства в обществе. · Many sociologists study the inequalities in society.
Η μαθηματική ανισότητα λύνεται εύκολα με αλγεβρικές μεθόδους.
Математическое неравенство решается легко алгебраическими методами. · The mathematical inequality is solved easily using algebraic methods.