ανικανότητα
[aˌnikaˈnota]существительноеη · женский родB2
Значения
1
неспособность, неумение
inability, incapacity · η ανικανότητα να κάνεις κάτι — неспособность что-то делать
2
недостаточность, некомпетентность
incompetence, unfitness · η ανικανότητα ενός διευθυντή — некомпетентность руководителя
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανικανότητα
вин.
την ανικανότητα
род.
της ανικανότητας
зват.
ανικανότητα
Мн. ч.
им.
οι ανικανότητες
вин.
τις ανικανότητες
род.
των ανικανοτήτων
зват.
ανικανότητες
Примеры
Η ανικανότητά του να λάβει αποφάσεις ήταν προφανής.
Его неспособность принимать решения была очевидной. · His inability to make decisions was evident.
Αυτή η ανικανότητα του οργανισμού προκαλεί μεγάλα προβλήματα.
Эта неспособность организации вызывает серьёзные проблемы. · This incompetence of the organization causes serious problems.
Οι ανικανότητες τους έγιναν φανερές στη δοκιμασία.
Их недостатки проявились во время экзамена. · Their incapacities became clear during the test.