Греческий словарь
с грамматикой

ανθώ

[anˈθo]глаголB1

Значения

1
цвести, распускаться (о цветах)
to bloom, to flower, to blossom · τα λουλούδια ανθούν — цветы распускаются
2
процветать, развиваться (переносное значение)
to flourish, to thrive (figurative) · η τέχνη ανθεί — искусство процветает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανθώ
εσύ
ανθείς
αυτός
ανθεί
εμείς
ανθούμε
εσείς
ανθείτε
αυτοί
ανθούν
Аорист
εγώ
άνθησα
εσύ
άνθησες
αυτός
άνθησε
εμείς
ανθήσαμε
εσείς
ανθήσατε
αυτοί
άνθησαν
Будущее
εγώ
θα ανθήσω
εσύ
θα ανθήσεις
αυτός
θα ανθήσει
εμείς
θα ανθήσουμε
εσείς
θα ανθήσετε
αυτοί
θα ανθήσουν

Примеры

Τα τριαντάφυλλα ανθούν κάθε άνοιξη.
Розы цветут каждую весну. · The roses bloom every spring.
Η πόλη άνθησε στον δέκατο όγδοο αιώνα.
Город процветал в восемнадцатом веке. · The city flourished in the eighteenth century.
Όταν ανθήσουν τα δέντρα, θα είναι πολύ ωραία.
Когда распустятся деревья, будет очень красиво. · When the trees bloom, it will be very beautiful.
Ανθώντας στο αγνό φως, τα λουλούδια γίνονταν μαγικά.
Распускаясь в чистом свете, цветы становились волшебными. · Blooming in the pure light, the flowers became magical.