Греческий словарь
с грамматикой

ανθρωποκυνηγητός

[antroˈpokineˈɣitos]прилагательноеC1

Значения

1
преследуемый охотниками за людьми; на которого охотятся как на добычу
hunted by man-hunters; pursued as game · άνθρωπος που είναι ανθρωποκυνηγητός — человек, на которого охотятся

Грамматика

мужской род
им.
ανθρωποκυνηγητός
вин.
ανθρωποκυνηγητό
род.
ανθρωποκυνηγητού
зват.
ανθρωποκυνηγητέ
женский род
им.
ανθρωποκυνηγήτη
вин.
ανθρωποκυνηγήτη
род.
ανθρωποκυνηγήτης
зват.
ανθρωποκυνηγήτη
средний род
им.
ανθρωποκυνηγητό
вин.
ανθρωποκυνηγητό
род.
ανθρωποκυνηγητού
зват.
ανθρωποκυνηγητό

Примеры

Ο ανθρωποκυνηγητός εγκληματίας κρύβεται στο δάσος.
Преследуемый преступник скрывается в лесу. · The hunted criminal is hiding in the forest.
Ήταν ανθρωποκυνηγητός για χρόνια λόγω του εγκλήματος.
Его преследовали охотники за людьми в течение многих лет из-за преступления. · He was hunted for years because of his crime.
Ο ανθρωποκυνηγήτη κατάσταση του ήρωα δημιουργούσε δράμα.
Его положение преследуемого создавало драму. · His hunted status created drama.